Νικώντας μια ιδεοληψία


Ο εγκέφαλος καθημερινά γεννάει σκέψεις κάθε είδους χωρίς να μας ρωτήσει, χωρίς τον συνειδητό μας έλεγχο. Εμείς, ανάλογα με το αν δίνουμε σημασία σε αυτές τις σκέψεις ή όχι, τις καταγράφουμε ως σημαντικές ή ασήμαντες. Οι σκέψεις που μας αλλάζουν τη συμπεριφορά και το συναίσθημα υπογραμμίζονται, αποκτούν αξία και επαναλαμβάνονται, ενώ οι σκέψεις που μας περνάνε αδιάφορες επανεμφανίζονται πολύ πιο σπάνια. Ο εγκέφαλος δηλαδή, ως γεννήτρια ιδεών, παράγει σκέψεις και εμείς, ο συνειδητός εαυτός μας, επιλέγουμε με τη συμπεριφορά μας ποιες από αυτές τις σκέψεις είναι χρήσιμες για τη ζωή μας.

Για παράδειγμα, η σκέψη «ήμουν στο μετρό και τώρα είμαι γεμάτος μικρόβια, πρέπει να πλυθώ για μισή ώρα για να καθαρίσω», είναι μια σκέψη υπερβολική, αχρείαστη, που μπορεί να μας δημιουργήσει δυσλειτουργία και καθημερινή ταλαιπωρία. Παρομοίως, η σκέψη «ίσως με αυτό το μαχαίρι επιτεθώ στα παιδιά μου χωρίς να το θέλω, πρέπει να κρύβω τα μαχαίρια όταν τα παιδιά βρίσκονται στον ίδιο χώρο» εκτός από ενοχλητική είναι παράλογη και άχρηστη. Οι σκέψεις αυτές στην ψυχολογία ονομάζονται ιδεοληψίες, είναι σκέψεις με εμμονικό χαρακτήρα, που παρεισφρέουν στη συνείδηση του ατόμου χωρίς να το θέλει.

Αν σε αυτές τις σκέψεις ο συνειδητός εαυτός μας απαντήσει σαν να ήταν λογικές και χρήσιμες, τις δίνει αξία. Παίρνοντας το άτομο στα σοβαρά την προειδοποίηση για κίνδυνο (της μόλυνσης ή του μαχαιρώματος) είναι σαν να δίνει στον εγκέφαλό του το μήνυμα «ευχαριστώ που με προειδοποίησες, ήταν απαραίτητο για να προφυλαχθώ». Έτσι, ο εγκέφαλος καταλαβαίνει ότι πρέπει να συνεχίσει να παράγει αυτές τις σκέψεις γιατί είναι πολύ σημαντικές. Όσο περισσότερο το άτομο συμμορφώνεται με αυτό που οι σκέψεις αυτές προτείνουν (πλένοντας τα χέρια του ή κρύβοντας τα μαχαίρια, κάνοντας δηλαδή μια καταναγκαστική πράξη), τόσο πιο συχνά οι σκέψεις αυτές επανέρχονται, δημιουργώντας έτσι έναν φαύλο κύκλο.

Πώς μπορεί να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος; Πρώτο βήμα είναι να καταλάβει το άτομο ότι η σκέψη αυτή δεν έχει αξία, ότι είναι άκυρη και χωρίς σημαντικό περιεχόμενο. Το ότι ο εγκέφαλος λέει «πλύνε τα χέρια σου εξονυχιστικά» είναι ένα λάθος μήνυμα, μια σκέψη «εισβολέας», ένα βραχυκύκλωμα του εγκεφάλου, που επιμένει να κάνει τη σκέψη ακόμη και αν το άτομο τη θεωρεί υπερβολική και δεν θέλει να την σκέφτεται. Η σκέψη αυτή, όταν ένας άνθρωπος υποφέρει από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, επιμένει να έρχεται σαν να έχει κολλήσει η βελόνα. Ο άνθρωπος αυτός, για να ξεπεράσει τον φαύλο κύκλο της ιδεοληπτικής σκέψης και της καταναγκαστικής πράξης, πρώτα απ’ όλα πρέπει να μάθει να λέει στον εαυτό του και να θυμάται ότι η σκέψη αυτή είναι ψευδής, ένα προϊόν μιας μικρής «βλάβης» στον εγκέφαλό του, χωρίς βαθύτερο νόημα και σημασία. Πρώτο βήμα λοιπόν, είναι η συνειδητοποίηση.

Δεύτερο βήμα είναι η ενεργητική αδιαφορία. Ο τρόπος που χτίστηκε η σπουδαιότητα αυτής της σκέψης είναι και ο τρόπος να κατεδαφιστεί. Χτίστηκε γιατί το άτομο της έδινε σημασία, ενώ τώρα μπορεί να γκρεμιστεί με την αδιαφορία του. Αφού το άτομο έχει σιγουρευτεί ότι η σκέψη είναι κενή περιεχομένου, αποφασίζει συνειδητά να κάνει ότι δεν την ακούει. Καταβάλλει συνειδητή προσπάθεια δηλαδή και δεν κάνει τίποτα απ’ όσα η σκέψη προστάζει. Δεν πλένεται, δεν κρύβει τα μαχαίρια, αρνείται να υποταχθεί στη σκέψη του, υπομένοντας το μεγάλο άγχος που μπορεί να τον κατακλύζει, αφού νιώθει ότι μην κάνοντας τον καταναγκασμό βρίσκεται σε κίνδυνο. Ασχολείται με κάτι άλλο και όποτε το μυαλό πάει να κάνει σενάρια πατάει το mute. Δεύτερο βήμα είναι αυτό που στην ψυχοθεραπεία λέγεται έκθεση με παρεμπόδιση αντίδρασης.

Στο τρίτο βήμα, τη συνέχεια και τη συνέπεια, το άτομο είναι σχεδόν ήδη νικητής. Αν έχει περάσει τα δύο προηγούμενα βήματα με επιτυχία, έχει αρχίσει να αποδυναμώνει την αξία της σκέψης του. Ο εγκέφαλος μαθαίνει σιγά - σιγά ότι η συγκεκριμένη σκέψη δεν προσφέρει κάτι, αφού κανείς δεν ασχολείται μαζί της. Το μόνο που χρειάζεται πλέον είναι μια συνεπής και σταθερή στάση αδιαφορίας στην ιδεοληψία. Σταδιακά, καθώς το άτομο συνεχίζει να την αναγνωρίζει ως ξένη και άχρηστη και την αγνοεί, η σκέψη αποδυναμώνεται τελείως, μέχρι που παύει να έρχεται ή όταν έρχεται είναι πια ανίσχυρη. Το άτομο έτσι, επαναπρογραμματίζει τον εγκέφαλό του και ελευθερώνεται από την ιδεοληψία του. Για κάποιους ανθρώπους η όλη διαδικασία μπορεί να γίνει σχετικά εύκολα, ενώ για κάποιους άλλους όχι. Συνήθως, όσο περισσότερο καιρό ένα άτομο ζει υπακούοντας στην ιδεοληψία του, τόσο περισσότερο χρόνο και προσπάθεια χρειάζεται για να την νικήσει.

(Το κείμενο αυτό έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τη βοήθεια που ένα άτομο με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή μπορεί να λάβει από έναν κατάλληλα εκπαιδευμένο ψυχολόγο ή ψυχίατρο.)

© 2018  Στέφανος Γκογκόρνας / Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής