Διαλογισμός


Ο διαλογισμός είναι η διαδικασία κατά την οποία το άτομο παρατηρεί τις σκέψεις του, τις αισθήσεις του και τα συναισθήματά του, τον ίδιο του τον εαυτό, χωρίς κριτική και χωρίς να ταυτίζεται με αυτές τις μετακινήσεις του νου του. Είναι μια μορφή πνευματικής συγκέντρωσης που μπορεί να οδηγήσει στη βαθιά χαλάρωση και σε ένα είδος διπλής προσοχής. Το ένα σκέλος της προσοχής κατευθύνεται προς το παρατηρούμενο αντικείμενο και το άλλο στρέφεται προς τον εαυτό μας, το υποκείμενο δηλαδή που ασκεί τη διαδικασία της παρατήρησης. Δεν παρατηρούμε απλά κάτι αλλά είμαστε συνειδητοί ότι το κάνουμε.

Ο διαλογισμός έχει τις ρίζες του στις θρησκείες της Ινδίας και παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στον Ινδουισμό, τον Βουδισμό και σε άλλες θρησκευτικές παραδόσεις και πνευματικές πρακτικές της Ασίας αλλά και άλλων περιοχών του κόσμου. Σύμφωνα με τις παραδόσεις αυτές, ο διαλογισμός αποτελεί το μέσο με το οποίο ο άνθρωπος, ακινητοποιώντας το νου του, αποκτά συνείδηση του βαθύτερου εαυτού του και του Θεού και αποκτά τελικά την πνευματική φώτιση ή τη νιρβάνα.

Στον σύγχρονο Δυτικό Κόσμο ο διαλογισμός χρησιμοποιείται και άσχετα από τη θρησκευτική του σκοπιά, ως άσκηση χαλάρωσης, ενσυνειδητότητας και αυτεπίγνωσης, που μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στη βελτίωση της ψυχικής υγείας, της ευεξίας και της ποιότητας της ζωής. Σύμφωνα με κλινικές μελέτες, που συγκρίνουν ομάδες ανθρώπων που ασκούν ή δεν ασκούν διαλογισμό για κάποιο χρονικό διάστημα, η πρακτική του διαλογισμού μπορεί να ελαττώσει την υποκλινική καταθλιπτική συμπτωματολογία, το άγχος, το σωματικό στρες, τη χρήση ουσιών και διάφορους πόνους στο σώμα. Μπορεί επίσης, να βελτιώσει τη συναισθηματική νοημοσύνη, τη συγκέντρωση, τη συναισθηματική ισορροπία και τη θετική διάθεση. Επιπλέον, νευροαπεικονιστικές μελέτες έχουν δείξει ότι η πρακτική του διαλογισμού συνδέεται με ορισμένες θετικές αλλαγές στην εγκεφαλική λειτουργία, όπως την αυξημένη δραστηριότητα του προμετωπιαίου φλοιού και τη μειωμένη δραστηριότητα της αμυγδαλής.

Για να κάνει κανείς διαλογισμό το μόνο που χρειάζεται, εκτός από τον εαυτό του, είναι ένα ήσυχο και αναπαυτικό μέρος. Η κλασική θέση διαλογισμού είναι η στάση του λωτού, με τα πόδια οκλαδόν, καθώς βοηθάει τον διαλογιζόμενο να παραμένει σε εγρήγορση και να μην αποκοιμιέται, όμως οποιαδήποτε καθιστή στάση κατά την οποία αισθάνεται κανείς ότι δεν πονάει και δεν ενοχλείται από κάτι, είναι κατάλληλη.

Τα μάτια παραμένουν κλειστά σε όλη τη διάρκεια του διαλογισμού και αυτό που το άτομο κάνει είναι απλώς να παρατηρεί τις σκέψεις του. Ο νους μας δεν σταματάει να σκέφτεται και έτσι ένας αρχάριος που κάνει διαλογισμό συνήθως απλά ταξιδεύει με το μυαλό του από συνειρμό σε συνειρμό. Αυτό όμως δεν είναι πρόβλημα, αφού ο σκοπός, αρχικά, δεν είναι να σταματήσει η σκέψη αλλά να υπάρχει η υπενθύμιση στον εαυτό ότι είναι εκεί και παρατηρεί τη διαδικασία, η οποία έχει περίπου ως εξής: σκεφτόμαστε μια σκέψη και χάνουμε την αυτοσυγκέντρωσή μας, συνειδητοποιούμε ότι το μυαλό περιπλανιέται και επιστρέφουμε στη θέση του παρατηρητή, το μυαλό ξαναφεύγει και σκέφτεται, συνειδητοποιούμε ότι έφυγε και επιστρέφουμε, ξαναφεύγει και ούτω καθεξής. Αρχικά ο κενός χρόνος ανάμεσα στις σκέψεις είναι ελάχιστος αλλά όσο κανείς εξασκείται στον διαλογισμό τόσο αυτός ο χρόνος της μη σκέψης αυξάνεται. Πολύ βοηθητικό είναι να έχουμε μια «άγκυρα» στην οποία να επιστρέφουμε όποτε συνειδητοποιούμε ότι το μυαλό έχει φύγει. Ως άγκυρα μπορούν να χρησιμοποιηθούν πολλά πράγματα, όπως μια ευχάριστη νοερή εικόνα, κάποια χαλαρωτική ή αγαπημένη μουσική, η αναπνοή μας ή η στραμμένη σε συγκεκριμένο σημείο του σώματος προσοχή μας (πχ στο μέτωπο, το τρίτο μάτι σύμφωνα με τη yoga).

Όσο αυξάνεται ο χρόνος και ο χώρος της μη σκέψης, τόσο περισσότερο το άτομο συνειδητοποιεί ότι το μυαλό σκέφτεται από μόνο του, αυτόματα και χωρίς τη δική μας βούληση, και ότι τελικά αυτό που ονομάζουμε συνειδητός εαυτός είναι μάλλον η λειτουργία του εγκεφάλου που μας επιτρέπει να σκεφτόμαστε για τις σκέψεις μας, να τις μελετάμε, να τις παρατηρούμε, να τις αντιλαμβανόμαστε. Σαν ο συνειδητός εαυτός μας να είναι σε ένα ακίνητο κέντρο, γύρω από το οποίο γυρνάνε οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι σωματικές αισθήσεις, οι φόβοι, οι αναμνήσεις και οι επιθυμίες και εμείς να μπορούμε είτε να μπούμε μέσα σε αυτά και να τα ζήσουμε είτε να παραμείνουμε σε μια απόσταση και να τα παρατηρήσουμε.

Η όλη διαδικασία βοηθάει και σε αυτό που στην ψυχολογία ονομάζουμε μεταγνώση (metacognition), το να σκεφτόμαστε δηλαδή για τις σκέψεις μας. Χάρη σε αυτή μπορούμε να παρατηρούμε αυτόματες σκέψεις μας και έτσι να τις αμφισβητούμε, να τις αγνοούμε ή να τις αναδομούμε. Στη γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία η τεχνική διαλογισμού που κυρίως χρησιμοποιείται είναι αυτή του mindfulness, της ενσυνειδητότητας, της συνειδητοποίησης δηλαδή που προκύπτει από να παρατηρεί κανείς εκούσια την παρούσα στιγμή και από το να αποδέχεται χωρίς κριτική την εμπειρία της κάθε στιγμής. Οι πιο σύγχρονες παραλλαγές της κλασικής ΓΣΘ, όπως η διαλεκτική συμπεριφορική θεραπεία και η θεραπεία αποδοχής και δέσμευσης, περιλαμβάνουν ασκήσεις mindfulness και σύμφωνα με τα ερευνητικά δεδομένα είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων ψυχικών προβλημάτων και διαταραχών.

Το να κάνει κανείς διαλογισμό τακτικά, έστω και 10 - 15 λεπτά την ημέρα, μπορεί να οδηγήσει σταδιακά σε καλύτερη ποιότητα ζωής, με έναν πιο ήρεμο εγκέφαλο, με μεγαλύτερη αποδοχή και περισσότερη συμπόνια, και τελικά να τον κάνει πιο συνειδητό και συνειδητοποιημένο άνθρωπο. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο διαλογισμός είναι για την ψυχή μας ό,τι είναι η γυμναστική για το σώμα μας.

© 2018  Στέφανος Γκογκόρνας / Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής