Η εξέλιξη του ανθρώπινου εγκεφάλου


Οι ανθρώπινοι εγκέφαλοι, με κοντά ενάμισι κιλό κύτταρα και φαιά ουσία, είναι περίπου τριπλοί σε μέγεθος από αυτούς με τους οποίους είναι εφοδιασμένοι οι πλησιέστεροι συγγενείς μας στην κλίμακα της εξέλιξης, τα ανθρωποειδή πρωτεύοντα θηλαστικά. Κατά τη διάρκεια εκατομμυρίων χρόνων εξέλιξης, ο εγκέφαλος αναπτύχθηκε από τη βάση προς τα επάνω, τα δε ανώτερα κέντρα του αναπτύχθηκαν ως βελτιώσεις κατώτερων, παλαιότερων μερών. (Η ανάπτυξη του εγκεφάλου στο ανθρώπινο έμβρυο ακολουθεί σε χοντρές γραμμές αυτή την εξελικτική πορεία.)


Το πιο πρωτόγονο κομμάτι του εγκεφάλου, το οποίο είναι κοινό σε όλα τα είδη που διαθέτουν ένα ελάχιστο νευρικό σύστημα, είναι το εγκεφαλικό στέλεχος, το οποίο αποτελεί την προέκταση προς τα πάνω, μέσα στο κρανίο, του νωτιαίου μυελού που βρίσκεται μέσα στη σπονδυλική στήλη. Αυτός ο πρώτος εγκέφαλος ρυθμίζει βασικές ζωτικές λειτουργίες, όπως την αναπνοή και το μεταβολισμό των υπόλοιπων οργάνων του σώματος, όπως επίσης ελέγχει τις στερεότυπες αντιδράσεις και κινήσεις. Αυτός ο πρωτόγονος εγκέφαλος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι σκέπτεται ή μαθαίνει. Περισσότερο αποτελεί ένα σύστημα προγραμματισμένων από τα πριν ρυθμιστών που διατηρούν τη λειτουργία του σώματος και τις αντιδράσεις του στα σωστά επίπεδα, ώστε να του εξασφαλίζουν την επιβίωση. Αυτός ο εγκέφαλος κυριαρχούσε στην Εποχή των Ερπετών: φανταστείτε ένα φίδι που σφυρίζει για να σημάνει την επαπειλούμενη επίθεση.


Από την πιο πρωτόγονη ρίζα, το εγκεφαλικό στέλεχος, ξεπήδησαν τα συγκινησιακά κέντρα. Εκατομμύρια χρόνια αργότερα στην εξέλιξη των ειδών, από αυτές τις συγκινησιακές περιοχές αναπτύχθηκε ο σκεπτόμενος εγκέφαλος ή «νεοφλοιός». Το γεγονός ότι ο σκεπτόμενος εγκέφαλος αναπτύχθηκε από τον συγκινησιακό αποκαλύπτει πολλά γύρω από τη σχέση μεταξύ σκέψης και συναισθήματος. Ο συγκινησιακός εγκέφαλος υπήρχε πολύ πριν υπάρξει ο λογικός.


Η αρχαιότερη ρίζα της συγκινησιακής μας ζωής εντοπίζεται στην αίσθηση της όσφρησης, του οσφρητικού λοβού, των κυττάρων που συλλαμβάνουν και αναλύουν την οσμή. Κάθε ζων οργανισμός, έχει μια διακεκριμένη μοριακή ταυτότητα που μπορεί να μεταφερθεί με τον αέρα. Σ' εκείνους τους πρωτόγονους καιρούς, η όσφρηση συνιστούσε μια ζωτικής σημασίας αίσθηση για την αυτοσυντήρηση.


Με την εμφάνιση των πρώτων θηλαστικών προστέθηκαν νέα, ουσιώδη στρώματα του συγκινησιακού εγκεφάλου. Αυτά, περικλείοντας το εγκεφαλικό στέλεχος, έμοιαζαν αμυδρά με ένα κουλουράκι που του λείπει μια δαγκωνιά στο σημείο όπου το εγκεφαλικό στέλεχος παρεισφρέει σ' αυτά. Επειδή αυτό το μέρος του εγκεφάλου περικλείει σαν δαχτυλίδι και οριοθετεί το εγκεφαλικό στέλεχος, ονομάστηκε «μεταιχμιακό σύστημα» (ή «λιμβικό» από τη λατινική λέξη lίmbus, που σημαίνει δαχτυλίδι). Αυτή η νέα νευρωνική περιοχή προσέθεσε συναισθήματα κατάλληλα για το ρεπερτόριο του εγκεφάλου. Όταν βρισκόμαστε υπό την επήρεια σφοδρής επιθυμίας ή μανίας, είμαστε τρελοί από έρωτα ή παλαβωμένοι από φόβο, είμαστε στο έλεος του μεταιχμιακού συστήματος.


Καθώς εξελισσόταν, το μεταιχμιακό σύστημα τελειοποίησε δύο ισχυρά εργαλεία: τη μάθηση και τη μνήμη. Αυτές οι επαναστατικές καινοτομίες επέτρεπαν στο ζώο να είναι πολύ εξυπνότερο στις επιλογές που έκανε σε σχέση με την επιβίωσή του, και να εναρμονίζει τις αντιδράσεις του έτσι ώστε να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις, αντί να έχει άκαμπτες και αυτόματες αντιδράσεις. Αν ένα φαγητό φέρει δυσπεψία, την επόμενη φορά πρέπει να αποφεύγεται. Αποφάσεις όπως, για παράδειγμα, η γνώση του τι πρέπει να φάει και τι να απορρίψει το ζώο, εξαρτιόταν ακόμα σε μεγάλο βαθμό από την όσφρηση. Οι διασυνδέσεις μεταξύ οσφρητικού λοβού και μεταιχμιακού συστήματος ανέλαβαν πια το καθήκον να διακρίνουν τις οσμές και να τις αναγνωρίζουν, συγκρίνοντας την παρούσα οσμή με κάποιες παλαιότερες, κι έτσι μπορούσαν να διακρίνουν το καλό από το κακό. Αυτό γινόταν από το «ρινεγκέφαλο», δηλαδή τον οσφρητικό εγκέφαλο, ένα μέρος του μεταιχμιακού δικτύου και την πρωτόγονη βάση του νεοφλοιού, το σκεπτόμενο εγκέφαλο.


Περίπου εκατό εκατομμύρια χρόνια πριν, ο εγκέφαλος των θηλαστικών παρουσίασε μια αλματώδη εξέλιξη. Στοιβαγμένα επάνω στο λεπτό δι-στρωματικό φλοιό - τις περιοχές που σχεδιάζουν, κατανοούν το αισθητό, συντονίζουν την κίνηση - κάμποσα νέα στρώματα εγκεφαλικών κυττάρων προστέθηκαν για να σχηματίσουν το νεοφλοιό. Σε αντίθεση με τον αρχαίο δι-στρωματικό φλοιό του εγκεφάλου, ο νεοφλοιός προσέφερε ένα εκπληκτικό διανοητικό πλεονέκτημα.


Ο νεοφλοιός του Homo Sapiens, κατά πολύ πιο εκτεταμένος από κάθε άλλο είδος, προσέθεσε όλα τα καθαρά ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Ο νεοφλοιός είναι η έδρα της σκέψης. Εμπεριέχει τα κέντρα που συνθέτουν και κατανοούν αυτό που οι αισθήσεις συλλαμβάνουν. Συμβάλλει στο να νιώσουμε αυτό που σκεφτόμαστε και μας επιτρέπει να έχουμε συναισθήματα για ιδέες, τέχνες, σύμβολα, νοητά στοιχεία.


Κατά τη διάρκεια της εξέλιξής του, ο νεοφλοιός βοήθησε στην ανάπτυξη μιας συνετής συμπεριφοράς που χωρίς αμφιβολία προσέφερε τεράστια πλεονεκτήματα στην ικανότητα ενός οργανισμού να αντέχει στις αναποδιές, αυξάνοντας τις πιθανότητες να μεταβιβάσουν οι απόγονοι με τη σειρά τους στους επόμενους τα γονίδια που αναπαράγουν το ίδιο νευρωνικό κύκλωμα. Το ζήτημα της επιβίωσης οφείλεται στο ταλέντο του νεοφλοιού να καταρτίζει στρατηγικά, μακρόπνοα προγράμματα και άλλα πνευματικά τεχνάσματα. Πέρα από αυτό, ο θρίαμβος της τέχνης, του πολιτισμού, της παιδείας, όλα αυτά είναι καρποί του νεοφλοιού.


Αυτή η νέα προσθήκη στον εγκέφαλο επέτρεψε τη διάνθιση της συναισθηματικής ζωής με αποχρώσεις. Πάρτε την αγάπη. Οι μεταιχμιακές δομές γεννούν συναισθήματα ευχαρίστησης και σεξουαλικής επιθυμίας - συγκινήσεις που τρέφουν το σεξουαλικό πάθος. Αλλά η προσθήκη του νεοφλοιού και οι διασυνδέσεις του με το μεταιχμιακό σύστημα έκαναν δυνατό τόσο το δεσμό μεταξύ μητέρας και παιδιού, που βρίσκεται στα θεμέλια της οικογενειακής μονάδας, όσο και τη μακρόχρονη δέσμευση της ανατροφής των παιδιών, που καθιστά δυνατή την εξέλιξη των ανθρώπων. (Είδη που στερούνται νεοφλοιού, όπως τα ερπετά, στερούνται και μητρικής στοργής. Μετά την εκκόλαψη, τα νεογέννητα πρέπει να κρυφτούν για να μη γίνουν βορά των μεγάλων.) Στους ανθρώπους ο προστατευτικός δεσμός μεταξύ γονέα και παιδιού επιτρέπει ένα μεγάλο μέρος της ωρίμανσης να συντελεστεί στη διάρκεια μιας παρατεταμένης παιδικής ηλικίας – κατά την οποία ο εγκέφαλος εξακολουθεί να αναπτύσσεται.


Καθώς ανεβαίνουμε σε επόμενα σκαλιά της φυλογενετικής κλίμακας, από τα ερπετά στον πίθηκο και στον άνθρωπο, διαπιστώνουμε ότι ο συνολικός όγκος του νεοφλοιού αυξάνεται. Με την αύξηση αυτή επέρχεται και μια αύξηση με γεωμετρική πρόοδο των διασυνδέσεων που υπάρχουν μέσα στο εγκεφαλικό κύκλωμα. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός αυτών των διασυνδέσεων, τόσο μεγαλύτερο το φάσμα των πιθανών αντιδράσεων. Ο νεοφλοιός επιτρέπει λεπτές και πολύπλοκες εκδηλώσεις της συναισθηματικής ζωής, όπως είναι η ικανότητα να νιώθουμε αισθήματα για τα αισθήματά μας. Η ύπαρξη και λειτουργία νεοφλοιού και μεταιχμιακού συστήματος απαντάται περισσότερο στα πρωτεύοντα θηλαστικά παρά σε άλλα είδη - και πολύ περισσότερο στους ανθρώπους - κι αυτό εξηγεί γιατί είμαστε σε θέση να παρουσιάσουμε ένα πολύ μεγαλύτερο εύρος αντιδράσεων στα συναισθήματά μας και περισσότερες αποχρώσεις. Ένα κουνέλι ή ένας πίθηκος παρουσιάζουν μια σειρά περιορισμένων αντιδράσεων στο φόβο, ενώ ο ανθρώπινος νεοφλοιός επιτρέπει ένα κατά πολύ ευρύτερο και ευφυέστερο ρεπερτόριο - που φθάνει μέχρι το τηλεφώνημα στο 166 ή στο 100. Όσο πιο σύνθετο είναι το κοινωνικό σύστημα, τόσο σημαντικότερη θεωρείται μια τέτοια ευελιξία και δεν υπάρχει πιο σύνθετο κοινωνικό σύστημα από τό το δικό μας, το ανθρώπινο.


Όμως αυτά τα ανώτερα κέντρα δεν εξουσιάζουν όλη τη συναισθηματική μας ζωή. Σε καίρια ζητήματα της καρδιάς - και ιδιαίτερα σε συναισθηματικά επείγοντα περιστατικά - μπορεί να θεωρηθούν ότι καθυποτάσσονται στο μεταιχμιακό σύστημα. Επειδή τόσα πολλά από τα ανώτερα κέντρα του εγκεφάλου είτε ξεπήδησαν από τη μεταιχμιακή περιοχή είτε επέκτειναν τους στόχους της, ο συγκινησιακός εγκέφαλος παίζει έναν καίριο ρόλο στην αρχιτεκτονική του νευρικού συστήματος. Ως ρίζα από την οποία αναπτύχθηκε ο νεότερος εγκέφαλος, οι συγκινησιακές περιοχές διασυνδέονται μέσω μυριάδων συνεκτικών κυκλωμάτων με όλα τα μέρη του νεοφλοιού. Αυτό δίνει στα συγκινησιακά κέντρα απεριόριστη δύναμη να επηρεάσουν τη λειτουργία του υπόλοιπου εγκεφάλου - συμπεριλαμβανομένων και των κέντρων της σκέψης.


(Daniel Goleman, Η συναισθηματική νοημοσύνη)

© 2018  Στέφανος Γκογκόρνας / Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής