Social media & sharenting

Το internet έχει εισβάλει στις περισσότερες πτυχές της ζωής μας. Έχει αλλάξει τον τρόπο που ενημερωνόμαστε, διασκεδάζουμε και δουλεύουμε, την καθημερινότητά μας, το πώς σκεφτόμαστε και επικοινωνούμε, το πώς βλέπουμε τον εαυτό μας και τους άλλους. Τον περισσότερο χρόνο που περνάμε συνδεδεμένοι συνήθως τον περνάμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου διαβάζουμε τα νέα, χαζεύουμε τις ζωές των άλλων, μοιραζόμαστε τις δικές μας, συζητάμε, δίνουμε και παίρνουμε likes και γενικά σκοτώνουμε την ώρα μας περισσότερο ή λιγότερο δημιουργικά. Μια ματιά στα στατιστικά είναι πολύ πειστική ως προς τον βαθμό που τα social media έχουν πάρει για τα καλά τη θέση τους στην καθημερινή μας ρουτίνα: το facebook έχει κάθε μέρα 1,6 δισεκατομμύρια ενεργούς χρήστες, το instagram 600 εκατομμύρια, το twitter 134 εκατομμύρια και πάει λέγοντας.

 

Στο facebook καθημερινά δημοσιεύονται 300 εκατομμύρια φωτογραφίες και στο instagram άλλα 95 εκατομμύρια, οι οποίες μπορεί να απεικονίζουν οτιδήποτε μπορεί κανείς να φανταστεί. Συνήθως πάντως απεικονίζουν τον εαυτό μας ή και τους φίλους μας, σε ωραία μέρη, κάνοντας κάτι ωραίο και νιώθοντας ωραία ή τέλος πάντων προσπαθώντας να δείξουμε ότι περνάμε ωραία. Όλο και συχνότερα ανεβαίνουν φωτογραφίες με μικρά παιδιά ή βρέφη από γονείς οι οποίοι θέλουν να μοιραστούν το πόσο όμορφα και γλυκά είναι τα παιδάκια τους και πόση χαρά και αγάπη νιώθουν βλέποντάς τα, φαινόμενο που έχει ονομαστεί “sharenting” και για το οποίο γίνεται συζήτηση ως προς το αν είναι μια υγιής συμπεριφορά και κατά πόσο μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ασφάλεια και την ψυχική υγεία των παιδιών. Πώς όμως φτάσαμε στο να θεωρούμε φυσιολογικό το να δημοσιοποιούμε στιγμιότυπα από την προσωπική μας ζωή και να τα μοιραζόμαστε με ένα όλο και μεγαλύτερο δίκτυο φίλων, γνωστών και ξένων;

 

Στα πλαίσια της έμφυτης κοινωνικότητάς μας υπάρχει και η μάθηση μέσω της μίμησης. Όπως ένα μωρό μαθαίνει να συμπεριφέρεται ανθρώπινα κατά βάση μέσω του να μιμείται τις συμπεριφορές των ενηλίκων που το φροντίζουν, έτσι κι εμείς συνεχώς συντονιζόμαστε με κοινωνικά αποδεκτές συμπεριφορές μιμούμενοι ό,τι κάνει ο περίγυρός μας, ό,τι προβάλλεται περισσότερο και ό,τι φαίνεται πως αρέσει στους περισσότερους. Το τι είναι ηθικό, υγιές ή διασκεδαστικό καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το πνεύμα των καιρών και τις κοινωνικές συνθήκες, από τη χρονολογία και την τοποθεσία που έτυχε να γεννηθούμε, κι έτσι σήμερα βλέπουμε videάκια με χαριτωμένα μωρά και πατάμε like, ενώ στην Αρχαία Ρώμη έβλεπαν ανθρώπους να μονομαχούν μέχρι θανάτου και πανηγύριζαν τη στιγμή του ξεκοιλιάσματος. Αφού οι φίλοι μου ανεβάζουν φωτογραφίες με τα νεογέννητά τους και παίρνουν καρδούλες γιατί να μην το κάνω κι εγώ;

 

Όπως και κάθε άλλη μορφή ζωής, είμαστε προϊόντα της εξέλιξης και της φυσικής επιλογής και ο εγκέφαλός μας αναπτύχθηκε σε μια πορεία εκατομμυρίων ετών για να μας εξασφαλίσει την καλύτερη δυνατή προσαρμοστικότητα στο περιβάλλον και τις προκλήσεις του. Ο άνθρωπος χάρη στον ιδιαίτερα εξελιγμένο εγκέφαλό του κατάφερε να κυριαρχήσει στον πλανήτη και μια από τις πιο καθοριστικές και ξεχωριστές του ικανότητες ήταν η δυνατότητα της επικοινωνίας και της συνεργασίας. Η ανάγκη μας λοιπόν, να κοινωνικοποιούμαστε, να νιώθουμε ότι είμαστε αποδεκτοί και να παίρνουμε ενίσχυση από τους άλλους (είτε αυτή είναι ένα μπράβο, μια αγκαλιά, ένα χειροκρότημα ή ένα like στο instagram) είναι βαθιά ριζωμένη στη λειτουργία του εγκεφάλου μας γιατί έχει εξυπηρετήσει την επιβίωσή μας για χιλιάδες χρόνια. Το να αρέσουμε μας κάνει να νιώθουμε ασφαλείς, λιγότερο μόνοι και περισσότερο αγαπητοί, να πιστεύουμε ότι η ζωή μας είναι επιτυχημένη και ότι οδεύουμε προς την ευτυχία. Και όπως στο παρελθόν θέλαμε να δείχνουμε μια ωραία εικόνα του εαυτού μας και της ζωής μας στην πλατεία του χωριού, έτσι και σήμερα προβάλλουμε την εικόνα που θέλουμε να δείχνουμε στην ψηφιακή γειτονιά των κοινωνικών δικτύων.

 

Πότε όμως η χρήση των social media και η εισβολή τους στη ζωή μας γίνεται δυσλειτουργική και παθολογική; Κατά τη γνώμη μου, όταν μας χρησιμοποιούνε αντί να τα χρησιμοποιούμε, όταν ταυτίζουμε αυτό που φαίνεται με αυτό που είναι και όταν ορίζουμε τελικά την αυτοεκτίμησή μας από τον αριθμό των likes μας. Όταν το post μας παίρνει πολλά likes νιώθουμε ένα έντονο συναίσθημα ευχαρίστησης ως αποτέλεσμα της αύξησης των επιπέδων της ντοπαμίνης στο σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου μας. Η ίδια αίσθηση ανταμοιβής μπορεί να επιτευχθεί και διαβάζοντας ένα βιβλίο που μας συγκινεί ή κάνοντας έρωτα, όμως συνήθως επιλέγουμε τον λιγότερο κοπιαστικό δρόμο και ένα post στο facebook είναι ακριβώς αυτό. Έτσι εθιζόμαστε στη χρήση των social media και στην αναζήτηση των likes και αυτό έχει πολλές φορές ως αποτέλεσμα να τσεκάρουμε τα likes μας κάθε δέκα λεπτά αλλά και να φτιάχνουμε περσόνες που μπορεί να μη μας εκφράζουν αλλά που παίρνουν περισσότερα likes. Τελικά η ψηφιακή αυτή πραγματικότητα παίρνει όλο και μεγαλύτερο μερίδιο της προσοχής μας, το ποιοι δείχνουμε ότι είμαστε στον ψηφιακό κόσμο φαίνεται να αρέσει περισσότερο σε σχέση με αυτό που πραγματικά είμαστε και καταλήγουμε να μην έχουμε κανέναν έλεγχο στο πόσο θα χρησιμοποιήσουμε τα social media και στο πόσο αυτά θα επηρεάσουν το πώς νιώθουμε για τον εαυτό μας.

 

Πώς γίνεται όμως να προστατέψουμε τα παιδιά μας από αυτή την εμμονική αναζήτηση προσοχής και αποδοχής αν δεν την αντιλαμβανόμαστε εμείς οι ίδιοι; Το να postάρουμε φωτογραφίες των παιδιών μας πρώτα απ’ όλα εγείρει κάποια ηθικά ζητήματα, όπως το ότι δημιουργούμε ένα μάλλον ανεξίτηλο ψηφιακό αποτύπωμα της ζωής τους και της ιστορίας τους χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Επίσης, υπάρχουν κάποιοι κίνδυνοι, ακραίοι αλλά πραγματικοί, όπως το να καταλήξουν οι φωτογραφίες τους σε sites παιδικής πορνογραφίας. Το σημαντικότερο όμως πρόβλημα είναι ότι, με το παράδειγμά μας, μυούμε τα παιδιά μας στον κόσμο του internet και των social media από μικρή ηλικία, στην οποία δεν υπάρχει ακόμη ούτε μια συγκροτημένη ταυτότητα, ούτε μια σταθερή αυτοεικόνα, ούτε και η ψυχική ωριμότητα που χρειάζεται κανείς για να επεξεργαστεί τον καταιγισμό πληροφοριών αλλά και το κυνήγι της ντοπαμίνης που προσφέρει η ψηφιακή κοινότητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η αυξανόμενη χρήση των social media, σύμφωνα με έρευνες, συνδέεται με την αύξηση των περιστατικών κατάθλιψης στην εφηβική ηλικία, καθώς οι έφηβοι αδυνατούν να διαχειριστούν την έκθεσή τους στο ψηφιακό τους κοινό και την πιθανή απόρριψή τους από αυτό. Επιπλέον, το να φωτογραφίζουμε τα πατουσάκια του μωρού μας και να γράφουμε «πόσο πολύ σε αγαπάω αγγελούδι μου» στο instagram για να πάρουμε πολλά και σίγουρα likes είναι ίσως επιλήψιμο και γιατί χρησιμοποιούμε ένα ανυποψίαστο μωράκι για να εντυπωσιάσουμε τους followers μας και γιατί δείχνει τελικά πόσο πολύ χρειαζόμαστε να δηλώνουμε στον περίγυρο την ευτυχία που νιώθουμε. Σαν το να δηλώνουμε την αγάπη που έχουμε για το παιδί μας να την κάνει πιο πραγματική.

 

Το να αισθανόμαστε εντέλει την επιθυμία ή και την ανάγκη να μοιραζόμαστε τις προσωπικές μας στιγμές, το πού είμαστε, το τι τρώμε, το τι σκεφτόμαστε και το πόσο χαιρόμαστε που γίναμε γονείς είναι ένα είδος Μεγάλου Αδερφού, ενός άγρυπνου ματιού που μας παρακολουθεί συνεχώς και μας αξιολογεί ως προς το αν είμαστε αρκετά ευτυχισμένοι. Και το περίεργο είναι ότι αντίθετα με το βιβλίο του Όργουελ, αυτόν τον Μεγάλο Αδερφό εμείς τον δημιουργήσαμε, εμείς του δώσαμε πρόσβαση στις προσωπικές μας πληροφορίες και εμείς του αναθέσαμε να μας δικάζει που δεν είμαστε τόσο ευτυχισμένοι όσο οι άλλοι διαδικτυακοί μας φίλοι.

Share on Facebook
Share on Twitter
Please reload

Please reload

© 2018  Στέφανος Γκογκόρνας / Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής