Γιατί φοβόμαστε τις κατσαρίδες;

 

Το συναίσθημα του φόβου πυροδοτείται ως αποτέλεσμα της ενεργοποίησης της αμυγδαλής, μιας περιοχής στον εγκέφαλό μας που στο σχήμα της μοιάζει με αμύγδαλο, και μας κινητοποιεί αυτόματα, βάζοντάς μας σε μια κατάσταση συναγερμού, ώστε να αντιμετωπίσουμε την απειλή. Η ενεργοποίηση της αμυγδαλής συμβαίνει αστραπιαία, με τη θέα και μόνο του φοβογόνου αντικειμένου, χωρίς σκέψη, γιατί αν χάσουμε έστω και λίγα δευτερόλεπτα, αυτά θα μπορούσαν να αποβούν μοιραία. Αν κάποτε με δάγκωσε ένα σκυλί ενώ περπατούσα αμέριμνος, η αμυγδαλή κατέγραψε ότι τα σκυλιά αποτελούν κίνδυνο και στο εξής στη θέα των σκυλιών θα ενεργοποιείται και θα μου δημιουργεί φόβο.

 

Καθώς όμως είμαστε κοινωνικά όντα, το τι είναι επικίνδυνο και τι όχι πολλές φορές δεν εξαρτάται από την ίδια μας την εμπειρία αλλά από την εμπειρία ενός σημαντικού άλλου. Μαθαίνουμε μέσω της μίμησης και αντιδράμε με φόβο στον φόβο του άλλου. Αν ο γονέας μου είχε μια φοβία για τις κατσαρίδες δεν χρειάζεται να απειληθώ από μια κατσαρίδα για να μάθω να τις φοβάμαι, αλλά επειδή ο γονέας μου τις φοβάται, τις καταγράφω κι εγώ στον εγκέφαλό μου ως επικίνδυνο αντικείμενο. Το ίδιο συμβαίνει αν πολύς κόσμος αντιδρά με φόβο σε κάτι, το πιθανότερο είναι να μάθω και εγώ να αντιδρώ με φόβο στη θέα του, χωρίς ποτέ να έχω απειληθεί από αυτό. Επειδή όμως ζούμε σε έναν κόσμο που οργανώνεται και διαμορφώνεται από την πληροφορία και πολλές φορές η πληροφορία αυτή δεν είναι ακριβής, είναι αρκετά συχνό να θεωρούμε ως επικίνδυνο κάτι το οποίο στην πραγματικότητα είναι απολύτως ακίνδυνο. Οι κατσαρίδες μάλλον παίρνουν το βραβείο των fake news, ως το πιο τρομακτικό ακίνδυνο ζώο του κόσμου.

 

Ένας λόγος για αυτό είναι ότι τις θεωρούμε αηδιαστικές και έχει παρατηρηθεί ότι είναι πιθανότερο να νιώθουμε απειλημένοι από ένα ζώο που είναι αηδιαστικό παρά από ένα ζώο που είναι πραγματικά επικίνδυνο αλλά όχι αηδιαστικό, ίσως λόγω ενός εξελικτικού κατάλοιπου μιας λανθασμένης αντίληψης παλαιότερων εποχών για τον τρόπο που μεταδίδονται οι ασθένειες και οι μολύνσεις. Το συναίσθημα της αηδίας, που εξελικτικά μας προφυλάσσει κυρίως από το να φάμε ή να πιούμε κάτι δηλητηριασμένο, είναι πολλές φορές πολύ έντονο με τις κατσαρίδες, αφού ζουν στους υπονόμους, είναι καφέ, γλιτσερές και σιχαμερές. Φοβόμαστε λοιπόν τις κατσαρίδες γιατί μας αηδιάζουν και πιστεύουμε βαθιά μέσα μας ότι με κάποιο τρόπο μπορούν να μας μολύνουν, αφού στις δυτικές κοινωνίες η κατσαρίδα είναι συνδεδεμένη με ανθυγιεινές καταστάσεις. Στην πραγματικότητα όμως, πολύ λίγα είδη κατσαρίδας φέρουν ασθένειες και είναι όντως βλαβερά για τον άνθρωπο. Άλλωστε υπάρχουν χώρες, όπου οι άνθρωποι τρέφονται με κατσαρίδες.

 

Ένας άλλος λόγος που τις φοβόμαστε είναι ότι οι κατσαρίδες κινούνται γρήγορα και απρόβλεπτα, ότι εμφανίζονται από το πουθενά και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να βιώνουμε και το συναίσθημα της έκπληξης, το οποίο μπορεί να συνδέεται με αυτό του φόβου και να το μεγεθύνει, καθώς οτιδήποτε που εκλαμβάνεται ως επικίνδυνο και βλαβερό, γίνεται ακόμη τρομακτικότερο όταν προστίθεται και ο παράγοντας του αιφνιδιασμού, αφού το φοβογόνο αντικείμενο καθίσταται λιγότερο προβλέψιμο και έξω από τον έλεγχό μας. Επιπλέον, οι κατσαρίδες είναι ενοχλητικές, επίμονες, δείχνουν να μη μας φοβούνται και κρύβονται με απίστευτη ταχύτητα όταν τις κυνηγάμε με τις παντόφλες μας. Και αισθανόμαστε ότι παραμονεύουν εκεί και περιμένουν να κοιμηθούμε για να έρθουν να περπατήσουν πάνω μας και να μας μολύνουν. Οι κατσαρίδες εισβάλλουν στον προσωπικό μας χώρο, εμφανίζονται από το πουθενά και παραβιάζουν την ειρήνη που νιώθουμε μέσα στο σπίτι μας.

 

Ο φόβος για τις κατσαρίδες, τις περισσότερες φορές περνάει από άτομο σε άτομο, καθώς αντιδρούμε με φόβο στον φόβο κάποιου άλλου, συχνά του γονέα μας, και ποτέ δεν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον φόβο αυτό για να τον ξεπεράσουμε, καθώς συνεχίζουμε να αντιδρούμε με τρόμο όποτε βλέπουμε μια κατσαρίδα και έτσι εδραιώνουμε και καλλιεργούμε την ενεργοποίηση της αμυγδαλής μας κάθε φορά που συναντάμε το αηδιαστικό αυτό πλασματάκι. Αυτός είναι άλλωστε και ο τρόπος που ένας φόβος γίνεται φοβία, δηλαδή μόνιμη κατάσταση, μέσω της αποφυγής της έκθεσής μας σε αυτόν. Κάθε φοβία ξεπερνιέται μέσω της σταδιακής έκθεσης στο φοβογόνο ερέθισμα, κατά την οποία παρατηρείται το φαινόμενο της απόσβεσης του φόβου, της διαδικασίας όπου μέσω της εξοικείωσης ο εγκέφαλος μαθαίνει ότι τελικά δεν απειλείται από το φοβογόνο αντικείμενο.

Share on Facebook
Share on Twitter
Please reload

Please reload

© 2018  Στέφανος Γκογκόρνας / Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής