Τα όρια ως μέσο διαπαιδαγώγησης

Κατά τη διάρκεια της ζωής μας, καθώς θέτουμε, ακολουθούμε και παραβιάζουμε τα διάφορα όρια, μαθαίνουμε τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, τι μας ταιριάζει και τις μας απωθεί, τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται, τι μας κάνει αποδεκτούς και τι μας απομακρύνει από τους άλλους. Όριο είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη δική μας ελευθερία και στην ελευθερία του άλλων.

 

Τα παιδιά έχουν πολύ μεγάλη ανάγκη από όρια. Η έννοια του ορίου όμως δεν πρέπει να επενδύεται αρνητικά και να συνδέεται αυτόματα με την τιμωρία, την απαγόρευση και τη διαρκή άρνηση. Το όριο συνδέεται πολύ περισσότερο με την επιθυμία αναφοράς σε σταθερούς κανόνες, αξίες και πρακτικές συμβουλές. Θέτοντας όρια στηρίζουμε τα παιδιά μας, τα βοηθούμε να αυτονομηθούν και τους δείχνουμε ένα μονοπάτι αποτελεσματικής προσαρμογής, που περιλαμβάνει τη γνώση των κοινωνικών κανόνων και το σεβασμό της ατομικότητας. Τα όρια είναι μέρος των θεμελίων πάνω στα οποία χτίζονται οι σχέσεις γονέων και παιδιών.

 

Μια διαπαιδαγώγηση με απουσία ορίων ή με ασυνέπεια και αστάθεια στην τήρηση των ορίων αφήνει τα παιδιά στο κενό, ακριβώς γιατί τα παιδιά έχουν ανάγκη από σταθερά και σαφή πρότυπα, βάσει των οποίων μπορούν να προσανατολιστούν, να προχωρήσουν και να συγκριθούν. Σε αυτό το κενό είναι πολλά τα παιδιά που νιώθουν να στερούνται την αγάπη και την προσοχή των μεγάλων. Η τακτική αυτή οδηγεί στη διαμόρφωση παιδιών που απαιτούν να κάνουν πάντα το δικό τους, αδιαφορώντας για τις απώλειες και τις ζημιές που προκαλούν. Μην έχοντας όρια, το παιδί αναπτύσσει υπέρμετρα τον εγωισμό του και επικεντρώνεται μόνο στον εαυτό του, ενώ παράλληλα δεν μαθαίνει να λειτουργεί συνεργατικά και σε ένα ορισμένο πλαίσιο κανόνων που λαμβάνουν υπόψη  τις ανάγκες των άλλων.

 

Από την άλλη μεριά, τα υπερβολικά όρια αποδυναμώνουν το παιδί, γιατί δεν του δίνουν την ευκαιρία να ωριμάσει. Αντιθέτως, του δίνουν το μήνυμα ότι δεν είναι ικανό να φροντίσει τον εαυτό του. Σταδιακά γίνεται ένα παιδί που του είναι αδύνατο να ενεργήσει αν δεν πάρει πρώτα την έγκριση των μεγάλων και που φοβάται να επιχειρήσει οτιδήποτε καινούριο με τον φόβο της αποτυχίας, της κριτικής ή του μαλώματος. Παραιτείται με την πρώτη αποτυχία και παρουσιάζει μεγάλη ανασφάλεια για τις ικανότητές του. Στην πορεία της ζωής του μπορεί να εξελιχθεί σ’ έναν παθητικό και  συναισθηματικά εξαρτημένο ενήλικα.

 

Το ιδανικό είναι να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στην τήρηση των ορίων και στην ανάπτυξη της πρωτοβουλίας. Οι γονείς πρέπει να μεριμνούν ώστε να δημιουργήσουν ένα ασφαλές πλαίσιο με όρια και κανόνες, και στη συνέχεια να επιτρέπουν στα παιδιά να ζουν μέσα σε αυτό το πλαίσιο ελεύθερα, χωρίς άλλους περιορισμούς και ελέγχους, ώστε να αναπτύξουν την προσωπική τους ευθύνη. Για να συμβεί αυτό, είναι σημαντικό τα παιδιά να καταλαβαίνουν τον λόγο για τον οποίο χρειάζεται να εφαρμόζονται ορισμένοι κανόνες και σταδιακά να εσωτερικεύσουν τους κανόνες αυτούς.

 

Στην πρακτική εφαρμογή των ορίων οι γονείς είναι απαραίτητο να είναι σταθεροί στην τήρησή τους.  Δεν γίνεται τη μια μέρα να πραγματοποιούν την επιθυμία του παιδιού γιατί δεν αντέχουν άλλο τις διαμαρτυρίες του και την επομένη να θέλουν να πειθαρχήσει στην απαγόρευσή τους. Για να μπορεί ο γονέας να είναι σταθερός, θα πρέπει να είναι ο ίδιος σίγουρος ότι αυτό που κάνει είναι το σωστό. Διαφορετικά, δεν έχει αρκετή πειθώ και το μήνυμα που λαμβάνει το παιδί είναι μπερδεμένο. Βασικός σκοπός είναι το παιδί να καταλαβαίνει για ποιο λόγο δεν πρέπει να κάνει κάτι. Αυτό γίνεται σταδιακά, όσο μεγαλώνει, με υπομονή και επανάληψη των εξηγήσεων από την πλευρά του γονέα. Είναι σημαντικό η συνέπεια μιας πράξης να είναι κατανοήσιμη από τα παιδιά. Καταλαβαίνοντας ότι κάθε πράξη έχει συνέπειες, ο γονιός βοηθάει το παιδί να ωριμάσει. Η γνώση των συνεπειών αναθέτει στο παιδί την ευθύνη των πράξεών του και τελικά του ενισχύουν την αυτοπεποίθηση και του θέτουν κάποιες γερές βάσεις για μια υγιή και ανεξάρτητη προσωπικότητα.

Share on Facebook
Share on Twitter
Please reload

Please reload

© 2018  Στέφανος Γκογκόρνας / Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής