Εφηβεία

Η περίοδος της εφηβείας αποτελεί μια μεταβατική περίοδο, καθώς σηματοδοτεί τη μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται και ως η δεύτερη γέννηση του ατόμου, καθώς οι αλλαγές, πρωτίστως στον σωματικό τομέα, αλλά και παράλληλα στον γνωστικό και συναισθηματικό τομέα, είναι καθοριστικές αλλά και πρωτόγνωρες. Η ήβη διαρκεί συνήθως 2-4 χρόνια, με πρωτεύον γνώρισμα την ανάπτυξη του αναπαραγωγικού συστήματος και δευτερεύοντα τα διάφορα εξωτερικά χαρακτηριστικά. Η εφηβεία διαρκεί συνήθως 7-8 χρόνια και εμπεριέχει την ήβη. Οι αλλαγές στον έφηβο είναι καθοριστικές, καθώς υιοθετεί ένα νέο βιοσωματικό είδωλο και οδηγείται στην αποδοχή μιας νέας εικόνας για τον εαυτό του.

 

Η συναισθηματική ζωή του εφήβου μπορεί να κατακλύζεται από αμφιθυμική διάθεση, κυκλοθυμία, υπερευαισθησία και ευσυγκινησία. Χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή της επιθυμίας για απομόνωση και της ανάγκης για έντονη κοινωνική συναναστροφή, από μια νευρικότητα και μια υπερβολική ανησυχία, από μια αίσθηση παντοδυναμίας αλλά και από έναν υπερβολικό φόβο για έλλειψη δυνατοτήτων. Η ταυτότητα του εφήβου αποκρυσταλλώνεται γύρω από δύο βασικούς άξονες: Ο πρώτος αφορά την «ταυτότητα του φύλου», δηλαδή την αναγνώριση και την αποδοχή για τον εαυτό του των σωματικών, ψυχολογικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών που διακρίνουν το φύλο στο οποίο ανήκει βιολογικά. Η ταυτότητα του φύλου αναφέρεται άμεσα στη σεξουαλικότητα του ατόμου. Ο δεύτερος αφορά την «κοινωνική ταυτότητα», δηλαδή τη διαμόρφωση της ιδεολογίας, των ηθικών αξιών, των κοινωνικών στάσεων, των επαγγελματικών επιλογών. Η κοινωνική ταυτότητα αναφέρεται άμεσα στη θέση, στις ενέργειες και στη λειτουργία του ατόμου ως μέλους της κοινωνίας.

 

Ο έφηβος εξέρχεται από οποιαδήποτε εγωκεντρική αναφορά της παιδικής ηλικίας, η γλώσσα του αποκτά έναν αμιγώς επικοινωνιακό χαρακτήρα, στοχεύει στους άλλους, στην κοινοποίηση των συναισθημάτων του, στην ανταλλαγή των απόψεών του. Για τους εφήβους ζωτικής σημασίας ανάγκη είναι να μπορούν να εκφράζουν τις απόψεις τους, το πώς φαίνονται τα διάφορα ζητήματα από τη δική τους οπτική γωνία. Οι γονείς οφείλουν να τους ακούν με προσοχή και να τους δείχνουν ότι λαμβάνουν σοβαρά υπόψη αυτά που εκφράζουν. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, τόσο για την ανάπτυξη της προσωπικής και κοινωνικής ταυτότητας των εφήβων, όσο και για τη διατήρηση μιας καλής σχέσης και επικοινωνίας μεταξύ αυτών και των γονιών τους. Ο έφηβος, αναζητώντας μια νέα ταυτότητα, επαναπροσδιορίζει τις σχέσεις του με τους άλλους και προσπαθεί να δημιουργήσει τη δική του γνώση. Στρέφεται όλο και περισσότερο σε παρέες συνομηλίκων στις οποίες αναζητά την κοινωνική του ταυτότητα. Επικοινωνεί και κοινωνικοποιείται, ταυτίζεται με τα διαφορετικά άτομα της ομάδας των συνομιλήκων και αποκτά μία συλλογική ταυτότητα πέρα από την προσωπική. Πειραματίζεται, γνωρίζει τα όρια του εαυτού του και των άλλων. Αναρωτιέται ποιος είναι και αν και πώς είναι αποδεκτός από τους γύρω του.

 

Οι γονείς αποτελούν τα πρώτα πρόσωπα προς αμφισβήτηση, καθώς το παιδί αισθάνεται πλέον πως είναι σε θέση να πράξει με την ίδια ετοιμότητα όλα όσα έπρατταν έως τώρα οι γονείς του και εκείνο αδυνατούσε να αναπαράγει: το παιδί αισθάνεται για πρώτη φορά στη ζωή του ως μικρός ενήλικας. Σε κάποιο βαθμό ανεξαρτητοποιείται από την οικογένειά του, αισθάνεται αυτόνομη προσωπικότητα, αμφισβητεί εμπράκτως τα γονεϊκά πρότυπα, αισθάνεται πρωτίστως την ανάγκη κοινωνικής αποδοχής, καθώς και την ανάγκη υιοθέτησης προτύπων τα οποία συμβαδίζουν με τη συμπεριφορά της ομάδας των συνομιλήκων. Διαμορφώνει πια τον προσωπικό του μύθο, τον δικό του κόσμο, με κριτήρια τα οποία θεωρεί πως υπαγορεύονται από αυτόν τον ίδιο και όχι από την οικογένειά του. Οι γονείς, σε αυτό το σημείο, είναι ανάγκη να είναι σταθεροί και να αντέχουν την αμφισβήτηση και τη σύγκρουση. Ο έφηβος δοκιμάζει συμπεριφορές διαφορετικές από των γονιών του για να εδραιώσει έτσι τη δική του ταυτότητα. Έρχεται σε σύγκρουση μαζί τους όταν αυτοί θέλουν να τον συμβουλέψουν. Πολλές φορές, αρνείται τη γνώση των γονιών του, που τη βρίσκει παλιά και όχι αυθεντική, και θέλει να δημιουργήσει τη δική του γνώση. Το τελευταίο πράγμα που θέλει είναι συμβουλές οι οποίες υπονοούν «εσύ δεν ξέρεις».

 

Είναι συχνό οι γονείς να προσπαθούν απεγνωσμένα να διατηρήσουν τον έλεγχο και του παιδιού τους, αλλά και των συναισθημάτων τους, με διάφορους τρόπους, συχνά όχι εποικοδομητικούς για τη σχέση τους με τα παιδιά τους. Όπως για παράδειγμα ενοχοποιώντας τον έφηβο απέναντί τους ή εκδηλώνοντας συμπεριφορές προσκόλλησης προς εκείνον ή άθελά τους ενισχύοντας την παλινδρόμηση του παιδιού σε συμπεριφορές πιο πρώιμες. Είναι πολύ σημαντικό οι γονείς να μπορέσουν να κατανοήσουν και να σεβαστούν αυτή τη νέα πορεία που προσπαθεί να χαράξει ο έφηβος, να ελέγξουν τις δικές τους αντιδράσεις και τα δικά τους συναισθήματα, αλλά και να απενοχοποιήσουν το παιδί τους που προσπαθεί να τους αποχωριστεί και να το ενθαρρύνουν με αυτό τον τρόπο να μεγαλώσει και να ανακαλύψει ποιο είναι. Ο έφηβος αισθάνεται ταυτόχρονα ενήλικος και παιδί και έτσι ακριβώς απαιτεί να τον αντιμετωπίζουν και οι γονείς του. Να του παρέχουν δηλαδή το κατάλληλο υποστηρικτικό πλαίσιο, τα οποίο θα του δώσει τη δυνατότητα να αναπτύξει την αυτονομία του, να αισθάνεται πως πατά στις δικές του και μόνο δυνάμεις, να θεωρεί πως οι κινήσεις και οι προτιμήσεις του είναι αποτέλεσμα δικών του επιλογών, ενώ παράλληλα να του εξασφαλίζει ένα υποστηρικτικό κλίμα και μια συναισθηματική φροντίδα, ώστε να αισθάνεται ότι δεν έχει χάσει κανένα από τα προνόμια της παιδικής ηλικίας και πως είναι το επιθυμητό παιδί της οικογένειάς του.

 

Έχει ανάγκη να ακουστεί και ανάγκη να οριοθετηθεί. Σταδιακά αποχωρίζεται τους γονείς του και εγκαταλείπει την παντοδυναμία του παιδιού. Ενώ ήταν πάντα στο επίκεντρο της προσοχής των γονιών, τώρα θα πρέπει να αναλάβει ο ίδιος ευθύνες. Η προσκόλληση, κάποιες φορές, στην οικογένεια μαρτυρά τη δυσκολία αποχωρισμού και αυτό έχει επιπτώσεις στις κοινωνικές συναναστροφές του. Το άλλο άκρο είναι η ψευδοωριμότητα, δηλαδή, η αίσθηση ότι έφηβος είναι πολύ ώριμος και μπορεί να τα αντιμετωπίσει όλα. Ο έφηβος συχνά γίνεται επιθετικός, ιδιαίτερα απέναντι στους γονείς του, δοκιμάζοντας την αντοχή τους, αλλά και το πώς αυτοί θα αντιδράσουν σε αυτή του την προσπάθεια. Η ανεξαρτητοποίηση από τη μία και η νοσταλγία για την παιδική ηλικία από την άλλη, συχνά γεννούν μια αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά. Έχει τεράστια σημασία να μπορέσει ο γονιός σε αυτή την περίσταση να σεβαστεί την προσπάθεια απομάκρυνσης του εφήβου και να μην τον εκδικηθεί με δική του συναισθηματική απομάκρυνση. Αντίθετα να αναγνωρίζει πότε και με ποιον τρόπο του ζητάει το παιδί του να είναι κοντά του και διακριτικά να ανταποκρίνεται.

 

Οι γονείς χρειάζεται να είναι δίπλα του, να ελέγχουν διακριτικά τις επιλογές του και να παρεμβαίνουν άμεσα, όπου χρειαστεί, αφήνοντας όμως πάντα το σχετικό και αναγκαίο περιθώριο αυτονομίας για τη διαμόρφωση της προσωπικής κρίσης του παιδιού τους, είτε αυτή αναφέρεται σε θέματα καθημερινής συμπεριφοράς είτε σε θέματα μελέτης, είτε σε θέματα επιλογής παρέας, είτε σε ευρύτερες κοινωνικές και επαγγελματικές επιλογές. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζονται οι έφηβοι είναι οι γονείς τους να τους λένε συνεχώς τι πρέπει να κάνουν και τι όχι. Είναι μια κακή συνήθεια, που είναι δύσκολο να σταματήσει, γιατί οι γονείς κάνουν όνειρα για τα παιδιά τους. Όμως τα παιδιά διαμορφώνουν τα δικά τους όνειρα. Το καλύτερο που οι γονείς μπορούν να κάνουν είναι να βρίσκονται κοντά τους. Οι έφηβοι χρειάζονται τους γονείς τους δίπλα τους και όχι απέναντί τους. Δεν υπάρχει πολυτιμότερο πράγμα για έναν έφηβο από το να έχει γονείς που να είναι σε θέση να τον ακούσουν και να τον καταλάβουν και, τελικά, να στηρίξουν την επιθυμία και την προσπάθειά του να μεγαλώσει.

Share on Facebook
Share on Twitter
Please reload

Please reload

© 2018  Στέφανος Γκογκόρνας / Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής