Κατάθλιψη

Η κατάθλιψη είναι μια ψυχική διαταραχή που εμφανίζουν κάποια στιγμή στη ζωή τους περίπου το 15% των ανθρώπων παγκοσμίως, ενώ υπολογίζεται ότι το 2030 η κατάθλιψη θα είναι η κύρια αιτία αναπηρίας παγκοσμίως. Η κατάθλιψη μπορεί να είναι μια εξαιρετικά σοβαρή ψυχική πάθηση, που καταστρέφει την ποιότητα ζωής των ασθενών και που κάποιες φορές απειλεί την ίδια τους τη ζωή. Η σκέψη χρωματίζεται από απελπισία, απαισιοδοξία και ενοχές και είναι πιθανό το άτομο συνεχώς να σκέφτεται πόσο άσχημα νιώθει, πόσο μεγάλη ευθύνη έχει για την κατάστασή του και πόσο αυτό το συναίσθημα δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ.

 

Όλος αυτός ο τρόπος σκέψης όμως είναι παράγωγο της νόσου. Πρώτο βήμα για τη θεραπεία της κατάθλιψης είναι η αποδοχή του ανθρώπου ότι χρειάζεται βοήθεια. Ακολουθεί η συνειδητοποίηση ότι αυτός που μιλάει μέσα στο κεφάλι του είναι ο καταπονημένος και εξαντλημένος από την κατάθλιψη εγκέφαλος και ότι η κατάθλιψη είναι μια κατάσταση που έχει αρχή και τέλος και που μπορεί να ξεπεραστεί.

 

Ο τρόπος που η κατάθλιψη μπορεί να εκδηλωθεί από άνθρωπο σε άνθρωπο διαφέρει κι έτσι υπάρχουν διάφοροι τύποι κατάθλιψης ανάλογα με τη βαρύτητα, τη διάρκεια και την ένταση των συμπτωμάτων της. Επίσης, ανάλογα με τα προεξάρχοντα συμπτώματά της, μια κατάθλιψη μπορεί να χαρακτηριστεί αγχώδης, μελαγχολική, άτυπη, ψυχωσική, κατατονική ή διεγερμένη. Προτού δώσει τη διάγνωση της κατάθλιψης, ο ειδικός πρέπει να εξετάσει αν το επεισόδιο συμβαίνει στα πλαίσια μιας άλλης ψυχικής διαταραχής, στα πλαίσια χρήσης ουσιών ή κάποιας ιατρικής κατάστασης ή ως μέρος της φυσιολογικής διαδικασίας του πένθους.

 

Η μείζων καταθλιπτική διαταραχή διαγιγνώσκεται όταν έχει υπάρξει τουλάχιστον ένα μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο. Στο μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο πέντε ή περισσότερα από τα παρακάτω συμπτώματα συνυπάρχουν κατά τη διάρκεια μίας περιόδου 2 εβδομάδων, παρατηρούνται σχεδόν καθημερινά και συνιστούν αλλαγή από την προηγούμενη λειτουργικότητα: (1) καταθλιπτική διάθεση τις περισσότερες ώρες της ημέρας, (2) δραστική μείωση ενδιαφερόντων ή ευχαρίστησης σε όλες ή σχεδόν όλες τις δραστηριότητες, (3) σημαντική απώλεια βάρους χωρίς δίαιτα ή αύξηση βάρους, (4) αϋπνία ή υπερυπνία, (5) ψυχοκινητική διέγερση ή επιβράδυνση, (6) ευκοπωσία ή απώλεια ενεργητικότητας, (7) αισθήματα αναξιότητας ή παθολογικής ενοχής, (8) μειωμένη ικανότητα σκέψης και συγκέντρωσης της προσοχής ή αναποφασιστικότητα, (9) επανερχόμενες σκέψεις θανάτου, επαναλαμβανόμενος αυτοκτονικός ιδεασμός ή απόπειρα αυτοκτονίας.

 

Στην εμμένουσα καταθλιπτική διαταραχή (ή δυσθυμία) παρατηρείται καταθλιπτική διάθεση τις περισσότερες ώρες της ημέρας, τις περισσότερες ημέρες, όπως καταδεικνύεται είτε από υποκειμενική αναφορά είτε από παρατήρηση από άλλους, για τουλάχιστον 2 έτη. Επίσης, παράλληλα με την καταθλιπτική διάθεση παρατηρούνται 2 ή περισσότερα από τα ακόλουθα: μειωμένη όρεξη ή υπερφαγία, αϋπνία ή υπερυπνία, μειωμένη ενεργητικότητα ή ευκοπωσία, χαμηλή αυτοεκτίμηση, μειωμένη συγκέντρωση προσοχής ή δυσκολία στη λήψη αποφάσεων, αίσθημα απελπισίας. Κατά τη διάρκεια της περιόδου των 2 ετών της διαταραχής, το άτομο δεν παραμένει ελεύθερο συμπτωμάτων για περισσότερο από 2 μήνες την κάθε φορά, ενώ τα συμπτώματα της διαταραχής μπορεί να κυμαίνονται από ήπια ως πολύ σοβαρά.

 

Η ψυχοθεραπεία και η φαρμακοθεραπεία θεωρούνται εξίσου αποτελεσματικές για τη θεραπεία της κατάθλιψης, με την πρώτη να υπερέχει ως προς τη μονιμότητα των αποτελεσμάτων της και τη δεύτερη ως προς την ταχύτητα της δράσης της. Η Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία της κατάθλιψης χρησιμοποιεί έναν συνδυασμό συμπεριφοριστικών και γνωσιακών τεχνικών για να βοηθήσει τα άτομα να διαχειριστούν τα συμπτώματά τους, να βρουν αποτελεσματικότερους τρόπους να αντιμετωπίσουν τα καθημερινά προβλήματα και να αλλάξουν τα πρότυπα σκέψης, τις πεποιθήσεις και τις αντιδράσεις τους που συντελούν στη διατήρηση της κατάθλιψης. Εστιάζεται στα τρέχοντα προβλήματα και είναι στοχοκατευθυνόμενη, στηρίζεται στη γνωσιακή διατύπωση των παρουσών δυσκολιών και στην ενεργό συνεργασία μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου και στοχεύει αρχικά στην άμεση δραστηριοποίηση και ανακούφιση του ασθενούς και στη συνέχεια στην επάνοδό του στο προνοσηρό επίπεδο λειτουργικότητας.

Share on Facebook
Share on Twitter
Please reload

Please reload

© 2018  Στέφανος Γκογκόρνας / Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής