Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας


Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) είναι μια συνήθης διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από δυσκολίες στη συγκέντρωση και στον έλεγχο της παρορμητικότητας και από υπερβολική κινητικότητα. Το 30% περίπου όσων έχουν συμπτώματα στην παιδική ηλικία και την εφηβεία συνεχίζουν να τα έχουν και ως ενήλικες. Η ΔΕΠΥ είναι μια νευροβιολογική διαταραχή του τρόπου επεξεργασίας των πληροφοριών, έχει κληρονομική βάση και δεν είναι αποτέλεσμα «κακού χαρακτήρα». Οι νευροδιαβιβαστές ντοπαμίνη και νορεπινεφρίνη δεν υπάρχουν σε επαρκή ποσότητα στον προμετωπιαίο λοβό και το έλλειμμα αυτό προκαλεί δυσκολίες στην αναστολή συμπεριφορών, στη μνήμη εργασίας, στη ρύθμιση των κινήτρων και στον κινητικό έλεγχο. Ο τρόπος εμφάνισης των συμπτωμάτων είναι αποτέλεσμα εσωτερικών (νευροβιολογικών) και εξωτερικών (διαπαιδαγώγηση, εκπαίδευση, επάγγελμα, σύντροφος, κ.α.) παραγόντων.

Δεν μπορεί κάποιος να απαλλαγεί από τη ΔΕΠΥ αλλά με την κατάλληλη βοήθεια μπορεί να ζήσει μια ικανοποιητική και επιτυχημένη ζωή. Συμπτώματα της ΔΕΠΥ έχουμε όλοι αλλά δεν έχουμε όλοι ΔΕΠΥ. Τα άτομα που έχουν τη διαταραχή συχνά παρουσιάζουν ελλείμματα στην αντίληψη και την αυτογνωσία και πολύ κακή αίσθηση του χρόνου. Η συνεργασία μεταξύ αντίληψης, μάθησης και μνήμης παρουσιάζει προβλήματα, ενώ οι μισοί περίπου των πασχόντων έχουν και άλλα προβλήματα, όπως κατάθλιψη, άγχος, μαθησιακές δυσκολίες και κατάχρηση ουσιών. Συνήθως όμως έχουν πλούσια φαντασία, δημιουργικότητα, αυθορμητισμό εξωστρέφεια και ενσυναίσθηση.

Για να δοθεί η διάγνωση της ΔΕΠΥ πρέπει να πληρούνται έξι από τα παρακάτω κριτήρια για τα παιδιά και τους εφήβους και πέντε για τους ενήλικες. Τα κριτήρια χωρίζονται σε δύο κατηγορίες και για να πάρει τη διάγνωση κανείς πρέπει να έχει τουλάχιστον έξι (ή πέντε αν είναι ενήλικας) από μία από τις δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία είναι αυτή της απροσεξίας και περιλαμβάνει τα εξής συμπτώματα: συχνή αδυναμία εστίασης της προσοχής σε λεπτομέρειες ή λάθη απροσεξίας, δυσκολία διατήρησης της προσοχής σε καθήκοντα ή δραστηριότητες, το να φαίνεται κανείς ότι δεν ακούει όταν του μιλούν, αδυναμία τήρησης οδηγιών μέχρι τέλους και αδυναμία ολοκλήρωσης εργασιών ή υποχρεώσεων, σημαντική δυσκολία στην οργάνωση, αποφυγή ή απροθυμία εμπλοκής σε καθήκοντα που απαιτούν σταθερή και διαρκή νοητική προσπάθεια, συχνή απώλεια πραγμάτων, συχνή διάσπαση της προσοχής από εξωτερικά ερεθίσματα και το να ξεχνάει προγραμματισμένες δραστηριότητες.

Στην δεύτερη κατηγορία, την παρορμητικότητα – υπερκινητικότητα, περιλαμβάνονται τα παρακάτω: συχνές νευρικές κινήσεις χεριών και ποδιών ή στριφογύρισμα στη θέση του, αδυναμία να παραμείνει καθισμένος, αίσθημα κινητικής ανησυχίας ή υπερβολική κινητικότητα σε καταστάσεις που αυτή δεν ταιριάζει, δυσκολία εμπλοκής σε ήσυχες δραστηριότητες, το να παραμένει κανείς διαρκώς σε κίνηση, το να μιλάει υπερβολικά, το να απαντάει απερίσκεπτα πριν ολοκληρωθεί μια ερώτηση, το να δυσκολεύεται να περιμένει τη σειρά του, το να διακόπτει συχνά τους άλλους. Επίσης, για να δοθεί η διάγνωση πρέπει τα συμπτώματα να έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική και άμεση αρνητική επίδραση στις κοινωνικές, ακαδημαϊκές και επαγγελματικές δραστηριότητες. Ακόμη, ορισμένα από αυτά να πρωτοεμφανίστηκαν πριν την ηλικία των 12 ετών και να συμβαίνουν σε δύο ή περισσότερους τομείς της καθημερινότητας (π.χ. όχι μόνο στο σχολείο). Η διαταραχή μπορεί να είναι ήπια, μέτρια ή σοβαρή, ανάλογα με τον αριθμό των συμπτωμάτων.

Τα συμπτώματα γίνονται λιγότερο εμφανή όσο το άτομο ωριμάζει και στην εφηβεία η απροσεξία, η παρορμητικότητα και η υπερκινητικότητα εμφανίζονται περισσότερο ως εξωτερική και εσωτερική ανησυχία. Η υπερκινητικότητα τείνει να μειώνεται ή να εμφανίζεται διαφορετικά, λόγω διαδικασιών προσαρμογής και ανάπτυξης του νευρικού συστήματος, η απροσεξία είναι πιθανότερο να επιμείνει στην ενήλικη ζωή και να επηρεάζει αρκετά τη λειτουργικότητα των ατόμων, ενώ η παρορμητικότητα μειώνεται, αν και σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό εξακολουθεί να παραμένει σημαντικά εντονότερη. Η σοβαρότητα και η πορεία της διαταραχής εξαρτώνται από μια σειρά παραγόντων όπως η νοημοσύνη, η ιδιοσυγκρασία, η αυτοεκτίμηση, το υποστηρικτικό περιβάλλον, η σωματική υγεία και το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο.

Βασικό μέρος της θεραπευτικής αντιμετώπισης για τη διαταραχή είναι η παροχή ψυχοεκπαίδευσης, η οποία περιλαμβάνει την ανάλυση του πολυπαραγοντικού αιτιολογικού μοντέλου της διαταραχής, με την έμφαση να δίνεται στους νευρολογικούς και γενετικούς παράγοντες. Η φαρμακευτική αγωγή (διεγερτικά και αντικαταθλιπτικά φάρμακα) βοηθάει στη μείωση των συμπτωμάτων και δρα συνεργικά με την ψυχοθεραπεία, ενώ είναι απολύτως απαραίτητη σε βαριές περιπτώσεις. Η γνωσιακή συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεία είναι η μόνη της οποίας η αποτελεσματικότητα στη θεραπεία των ατόμων με ΔΕΠΥ έχει αποδειχθεί ερευνητικά, ενώ η οικογενειακή θεραπεία και η θεραπεία ζεύγους ενδείκνυνται προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που συνδέονται με τη διαταραχή στη σχέση των μελών, αλλά και να βοηθηθούν τα άτομα με ΔΕΠΥ να βελτιώσουν την ποιότητα των σχέσεών τους. Βασικά μέρη της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας είναι η αποδοχή της διαταραχής, η βελτίωση των δεξιοτήτων επικοινωνίας, ο έλεγχος της παρορμητικότητας, η εκπαίδευση στην επίλυση προβλημάτων, η κατάλληλη οργάνωση του χώρου εργασίας και ο προγραμματισμός των καθημερινών δραστηριοτήτων.

© 2018  Στέφανος Γκογκόρνας / Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής